A Pirate's Mobile Blog

The world as seen by a "PIRATE" (?).

Follow the link below to see ...


Friday, March 13, 2015

Μια κάμαρα

Μια κάμαρα

Και να που πρέπει να ξαναρχίσω
να χτίζω απ’ τα χαλάσματα
που σωρός  φρέσκο χώμα και πέτρες
σκορπίζουν ολόγυρα - στεριανά.

Το κάστρο έπεσε! Ήσυχα – δίχως πάταγο.
Ένα – δυό ντουβάρια  με τις πέτρες
να χάσκουν ζαλισμένες στο μισόφωτο
έμειναν να θυμίζουν μάχες και θρύλους.

Αργά μες το ανοιξιάτικο βράδυ
σκύβω να μαζέψω δύσθυμα
μια σανίδα εδώ – ένα δοκό εκεί
να αρχίσω να χτίζω μια κάμαρα πλέουσα.

Μια κάμαρα αμπάσα, ορθόπλωρη
να κρύψω μέσα την ψυχή μου.
Στα σκοτεινά να γλύψω τις πληγές μου
να μπαλώσω, να καλαφατίσω, να καρφώσω.

Σκόρπια χαρτιά στροβιλίζονται.
Αρπάζω ότι μπορώ να σώσω, να σκεπάσω.
Η Καρχηδόνα έπεσε,  κάηκε και γυμνώθηκε,
μαύρισε και τ’ απομεινάρια καπνίζουν.

Τούτο το κάστρο δεν έπεσε με μάχη
μήτε στρατιώτες κλάγκισαν σπαθιά.
Στα τείχη στέκονταν γελώντας
κι ορθάνοιξαν τις πόρτες καλωσορίζοντας.
Ξυπόλυτες με λουλούδια στα μαλλιά
Χόρευαν στον δρόμο οι όμορφες.
Οι στρατιώτες άφησαν τα όπλα
Και πίναν γλυκό κρασί αγκαλιασμένοι.

Το κάστρο ολόφωτο έστεκε στα βράχια
πάνω απ΄την θάλασσα με τα φλάμπουρα.
Ο δρόμος του φεγγαριού ένωνε με το κάστρο
Κι ο πειρατής με την μεγάλη στολή χαιρόταν.
Κούρσεψα  τον κόσμο - έμαθα
πιείτε το γλυκό κρασί γλεντήστε
η ψυχή μου γέμισε – γιορτάζει
το άλλο της μισό που ‘χε χαμένο.
Και ξάφνου με μάτια κόκκινα
σαν τότε στην Αρζεντιέρα
ατσάλι – φωτιά – αχός!
Εάλω η πόλη – Εάλω.

Λάμνε – λάμνε πειρατή μακριά.
Στην θάλασσα κάρφωσε κάμαρα
με μουσαμά ξύλο και πίσσα,
καταμεσής του Πασίφικου.
Αγάντα – όρτσα ανάθεμα στην φάρα σου
την θαλασσοπνιγμένη – φουρτούνα είναι
κι αν σε πιεί – μοίρα είναι του ναύτη,
να ανταμωθεί στο πέλαγο με το στοιχειό.

Son of a long lost pirate

An Old Seaman’s prayer

An Old Seaman’s prayer

It is those night shadows I fear most.
It is the pirate’s cry through the nigh
that sends shivers up my spine.
For the pirate is strong and fierce.

Within the shadows I see me scared
Within the shadows I run to flee the pirate’s wrath.
For I committed crimes and violated trusts
For I steal futures and leach on happiness.

Yet inside there is this warmth this fire
old disfigured Frik is nursing and Abdulah alike.
For it is neigh a crime nor is a cheat.
For it is my mortal soul seeking life ablaze.

Cleansing salt water, Bright Aegean Light,
brother seagull protect us, for the pirate is merciless.
For the pirate shows no compassion and knows no love.
For the pirate only knows sorrow, blood and steel.

Poor Abulah, sing you may your happiness
Poor old Frik ink you may your body
For it the saddest of songs that make the sweetest tunes
For it is merciless time that govern us all.

I am the son of the pirate!
I hold the pirate within me.
For I tear my soul day and night with my wrath.
For I kill myself every day with my dagger.

Abdulah – Frik embraced together.
Is it the pirates wrath that we fear ? Neigh !
For this fire burning inside is soothing uniting.
For the memories are sweet and alive.
Brother Marabou, Brother Dominico, Brother Isaak
I call upon thee your mortal servant.
Forgive me for I stole of  happiness
for I deprive of futures. For I felt alive.

Brother Marabou for I hate none in this mortal world
Fear I of ones dagger – and cry.
Brother Dominico draw my pain and despair.
Brother Isaak force my dagger into my soul and protect her.

Son of a Pirate for Frik & Abdulah